Ιδιωτικές κλινικές: Αδιαφανείς χρεώσεις, διαφορετικές τιμές και αυξανόμενο κόστος για τους ασφαλισμένους

Δημοφιλή

Τι αποκαλύπτει η έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την τιμολόγηση των υπηρεσιών υγείας – Οι διαφορετικές χρεώσεις για ίδιες υπηρεσίες, οι αδυναμίες των τιμοκαταλόγων και το μοντέλο αποζημίωσης που ενισχύει το κόστος νοσηλείας.

Σημαντικά ζητήματα σχετικά με τον τρόπο τιμολόγησης των υπηρεσιών στις ιδιωτικές κλινικές, τη διαφάνεια των χρεώσεων και τη συνεχή αύξηση του κόστους της ιδιωτικής υγείας αναδεικνύει η έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Η τελική έκθεση της Αρχής καταγράφει περιπτώσεις διαφοροποίησης τιμών για τις ίδιες υπηρεσίες, ανεπαρκείς εξηγήσεις από πλευράς κλινικών για τις διαφορετικές χρεώσεις, αλλά και τιμολογιακές πρακτικές που δυσκολεύουν σημαντικά τον έλεγχο και τη σύγκριση των πραγματικών τιμών.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτικών κλινικών και ασφαλιστικών εταιρειών. Έχει άμεση σημασία για τους πολίτες, καθώς η αύξηση του κόστους νοσηλείας μπορεί να μεταφερθεί στα ασφαλιστικά προγράμματα και τελικά να επιβαρύνει τους ασφαλισμένους μέσω υψηλότερων ασφαλίστρων.

Διαφορετικές τιμές για τις ίδιες υπηρεσίες

Ένα από τα βασικά ευρήματα της έρευνας αφορά τη διαφοροποίηση της τιμολογιακής πολιτικής ανάλογα με την κατηγορία του πελάτη.

Σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, από τις απαντήσεις που έδωσαν 14 ιδιωτικές κλινικές προέκυψε ότι οι 13 ακολουθούσαν διαφορετική εμπορική και τιμολογιακή πολιτική ανά κατηγορία πελατών. Η Αρχή διαπίστωσε ότι υπήρχαν διαφορετικές τιμές για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών.

Οι κλινικές επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πελατών και τις εμπορικές συμφωνίες με τις ασφαλιστικές εταιρείες. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν δεν ήταν επαρκείς για να δικαιολογήσουν πλήρως τις παρατηρούμενες αποκλίσεις.

Μάλιστα, σύμφωνα με την έκθεση, ένας πάροχος ανέφερε ότι η τιμολόγηση καθορίζεται από τη διοίκηση της κλινικής «υποκειμενικά και κατά περίπτωση».

Η πρακτική αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο οι καταναλωτές μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων το πραγματικό κόστος μιας υπηρεσίας και να συγκρίνουν με αξιόπιστο τρόπο τις διαθέσιμες επιλογές.

Τιμοκατάλογοι που δεν εξασφαλίζουν διαφάνεια

Παρά την υποχρέωση δημοσιοποίησης τιμοκαταλόγων από τις ιδιωτικές κλινικές, η ύπαρξή τους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ασθενής μπορεί να γνωρίζει πόσο θα πληρώσει.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι τιμοκατάλογοι συχνά περιλαμβάνουν δεκάδες κωδικούς ιατρικών πράξεων, υπηρεσιών και υλικών, χωρίς ενιαία ταξινόμηση και με τρόπο που δεν επιτρέπει εύκολη αντιστοίχιση των χρεώσεων.

Ως αποτέλεσμα, η σύγκριση των τιμών μεταξύ διαφορετικών παρόχων γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη, ενώ περιπλέκεται και η επαλήθευση των ποσών που χρεώνονται στις ασφαλιστικές εταιρείες.

Για τον λόγο αυτό, η Αρχή θεωρεί ότι δεν αρκεί η τυπική ανάρτηση ενός τιμοκαταλόγου στις ιστοσελίδες των κλινικών. Χρειάζεται ενιαία κωδικοποίηση και τυποποίηση των υπηρεσιών και των προϊόντων, ώστε οι τιμές να είναι πραγματικά συγκρίσιμες και οι πληροφορίες κατανοητές.

Το μοντέλο χρέωσης που μπορεί να αυξάνει το κόστος

Ένα ακόμη σημαντικό σημείο της έκθεσης αφορά το σύστημα αποζημίωσης που εφαρμόζεται στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτικών κλινικών και ασφαλιστικών εταιρειών.

Πρόκειται για το μοντέλο της χρέωσης ανά υπηρεσία ή ιατρική πράξη (fee-for-service). Με βάση αυτό, ο πάροχος αποζημιώνεται ανάλογα με τον αριθμό και το είδος των υπηρεσιών που παρέχει.

Με απλά λόγια, όσο αυξάνεται ο όγκος των παρεχόμενων υπηρεσιών σε ένα περιστατικό, τόσο αυξάνεται και η συνολική αποζημίωση της κλινικής.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο μπορεί να δημιουργεί κίνητρα για αύξηση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Στην έκθεσή της αναφέρει, μάλιστα, ότι η αύξηση του όγκου υπηρεσιών ανά περιστατικό μπορεί να συνδέεται είτε με βαρύτερα περιστατικά είτε με φαινόμενα προκλητής ζήτησης, δηλαδή με την παροχή περισσότερων υπηρεσιών από όσες ενδεχομένως απαιτούνται.

Για την περίοδο 2020-2023, ο όγκος υπηρεσιών ανά περιστατικό που καλύφθηκε από μακροχρόνια ασφαλιστήρια συμβόλαια αυξανόταν κατά μέσο όρο 2,85% ετησίως. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η συγκεκριμένη αύξηση αποτέλεσε βασικό παράγοντα ανόδου του μέσου κόστους ανά περιστατικό.

Πώς συνδέονται οι χρεώσεις με τα ασφάλιστρα υγείας

Η αύξηση του κόστους των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν την τιμή των ασφαλιστικών προγραμμάτων.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού καταγράφει ότι το κόστος των ασφαλιστικών υπηρεσιών υγείας αυξάνεται, ενώ οι ασφαλισμένοι συχνά δυσκολεύονται να προβλέψουν την εξέλιξη των ασφαλίστρων τους.

Στην αύξηση του κόστους συμβάλλουν διάφοροι παράγοντες, όπως η αύξηση του όγκου των υπηρεσιών ανά περιστατικό, η γήρανση του πληθυσμού, η συχνότητα εμφάνισης ασθενειών και το κόστος νοσοκομειακής περίθαλψης.

Παράλληλα, η έκθεση εξετάζει τη χρήση δεικτών για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων και επισημαίνει την ανάγκη διαφάνειας, αντικειμενικότητας και δυνατότητας επαλήθευσης των δεδομένων που χρησιμοποιούνται.

Το βασικό ζητούμενο είναι οι αυξήσεις να στηρίζονται σε σαφή και ελέγξιμα στοιχεία, ώστε οι ασφαλισμένοι να μπορούν να κατανοούν γιατί επιβαρύνονται και σε ποιο βαθμό.

Οι προτάσεις για αλλαγές στην αγορά ιδιωτικής υγείας

Στις προτάσεις της, η Επιτροπή Ανταγωνισμού δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση της διαφάνειας και στην καλύτερη εποπτεία της αγοράς.

Μεταξύ άλλων, προτείνει:

  • Τυποποίηση των τιμοκαταλόγων, ώστε οι υπηρεσίες και τα προϊόντα να καταγράφονται με ενιαίο τρόπο και να είναι δυνατή η σύγκριση των τιμών.
  • Ουσιαστικό έλεγχο των χρεώσεων, πέρα από την απλή υποχρέωση ανάρτησης τιμοκαταλόγων στις ιστοσελίδες των κλινικών.
  • Καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών, ώστε οι ασθενείς και οι ασφαλισμένοι να γνωρίζουν με μεγαλύτερη σαφήνεια το κόστος των υπηρεσιών.
  • Εξορθολογισμό του πλαισίου λειτουργίας των ιδιωτικών κλινικών, καθώς εξακολουθούν να συνυπάρχουν διαφορετικά καθεστώτα αδειοδότησης και επέκτασης της δυναμικότητάς τους.

Παράλληλα, εξετάζεται η δυνατότητα διαφορετικών συστημάτων αποζημίωσης, όπως τα DRGs, τα οποία συνδέουν την αποζημίωση με την κατηγορία και τη βαρύτητα του περιστατικού και όχι αποκλειστικά με τον αριθμό των επιμέρους πράξεων. Η Επιτροπή επισημαίνει, ωστόσο, ότι οποιαδήποτε εφαρμογή τους στις ιδιωτικές κλινικές χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό.

Το μεγάλο ζητούμενο για τους ασθενείς

Τα ευρήματα της Επιτροπής Ανταγωνισμού επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο εύκολο είναι για έναν ασθενή ή έναν ασφαλισμένο να γνωρίζει τι πραγματικά πληρώνει για τις υπηρεσίες υγείας που λαμβάνει;

Όταν οι τιμές διαφοροποιούνται, οι τιμοκατάλογοι δεν επιτρέπουν εύκολες συγκρίσεις και το κόστος μιας νοσηλείας μπορεί να αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των παρεχόμενων υπηρεσιών, η διαφάνεια αποκτά καθοριστική σημασία.

Η ουσιαστική εποπτεία, η δυνατότητα ελέγχου των χρεώσεων και η σαφής ενημέρωση των καταναλωτών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για μια πιο ανταγωνιστική αγορά ιδιωτικής υγείας.

Για τους πολίτες, το διακύβευμα είναι συγκεκριμένο: να μπορούν να επιλέγουν υπηρεσίες υγείας γνωρίζοντας το πραγματικό τους κόστος, χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις σε μια ήδη ιδιαίτερα ευαίσθητη οικονομική και προσωπική στιγμή.

- Advertisement -spot_img

Περισσότερα

- Advertisement -spot_img

Διαβάστε ακόμα